Παρασκευή 4 Σεπτεμβρίου 2015

ΤΟ ΤΑΞΙΔΙ ΣΤΗΝ << ΕΛΛΑΔΑ>> ( ΜΕΡΟΣ 2ο )

Παρθενόπη  Γ.  Λιντάβα.


3 η ώρα  μεσημέρι μας  πήραν  από  το  σπίτι  και  μας  πήγαν  στο σταθμό. Μπήκαμε  στο  τρένο  πιστεύοντας  πως  πάμε  Ελλάδα. Σύντομα  οι  ελπίδες μας   διαψεύσθηκαν .  Στο  ταξίδι   υπήρχε  σίτιση , όμως  ήταν  ανεπαρκής. Θυμάμαι  έντονα  την αίσθηση  της  πείνας  και  της  ντροπής.  Ντρεπόμουν  αφάνταστα  όταν έπρεπε  να κατέβουμε  από  το  τρένο για  την  ανάγκη  μας.  Οι  περισσότερες  γυναίκες  λύνανε   τα μαντίλια  τους  και  σκεπάζανε  τα  πρόσωπά  τους  για  να  μην  βλέπουνε  τα βλέμματα  των  άλλων. Και  πέρα  από  την  ντροπή  ο φόβος  μην  τυχών  χάσουμε το  τρένο.  Μια  μέρα  ο αδελφός  μου  δεν  ανέβηκε   στο  βαγόνι  μας. Πρόλαβε   το  τελευταίο  βαγόνι  χωρίς  όμως  να  το ξέρουμε  εμείς. Μέχρι  να  μας  ειδοποιήσουν,  εμείς  είχαμε  τρελαθεί.  Μετά  από  14 μέρες  φτάσαμε  στο  Παχτά- Αράλ, στο  κολχόζ   Κιζίλ-Ασκέρ. Δούλευε  ένα  άτομο  και η αμοιβή του ήταν  μισό  κιλό  στάρι.  Που  να  χορτάσουμε; Ο  κόσμος  ξεπουλούσε  ότι  είχε  για  πούλημα,  να  επιζήσει. Δυστυχώς  όσοι  είχαν  πολλά  παιδιά  δεν  τα  κατάφεραν  όλοι. Είχαν  ξεκληριστεί  ολόκληρες  οικογένειες. Ύστερά  υπήρχαν  άλλα  δυο  θάματα  που  δυσκόλευαν  τα  πράγματα. Από  τη  μια  ο  ντόπιος  πληθυσμός   που  φερόταν  με  καχυποψία  προς  εμάς (  τους είπαν  πως  στο  τόπο  τους  θα  φέρουν  έναν  άγριο  λαό,  που όλοι  οι  άντρες  του  είναι  εγκληματίες)  και  από  την  άλλη  κάποιοι  δικοί μας  που  πράγματι  φερόντουσαν  σαν εγκληματίες. Έμπαιναν   στα  χωράφια  των  ανθρώπων  και  τα  ρημάζανε. Ήταν  βέβαια  λίγοι  όμως  μας  έκαναν  ζημιά  και  σε  μας.  Επενέβη  η  αστυνομία  για  να εξομαλυνθούν   τα  πράγματα. Η  οικογένειά  μου  μπορεί  να  πείνασε  όμως  επιβιώσαμε  όλοι.  Η  μητέρα μου  είχε  μερικά μέτρα  λευκό  χασέ ( ύφασμα).  Το  έκοψε  σε  μικρά  τετράγωνα ( μαντιλάκια)  και  εγώ  κένταγα  πάνω  τους  διάφορα  σχέδια.  Με  λίγη δαντέλα  γύρο  ήταν  έτοιμα. Τα  αδέλφια  μου  τα  πούλαγαν  και  με  τα  λεφτά  αγόραζαν  πατάτες.  Είχανε  μέγεθος  κορόμηλου  και τη  φλούδα  τους,  πριν  τις  βράσουμε,  την  ξύναμε  με  το  νύχι. Πέρασε  αρκετός καιρός  μέχρι   να  χορτάσουμε  ψωμάκι.



Όλγα  Ρ.  Ετών  86.  Μεσοχώρ.

Όταν  μας  εξόρισαν  ήμουν  20  χρονών.  Παντρεμένη  και  με  4 μηνών  κόρη. Ήμασταν  τυχεροί,  γιατί εμάς  μας  ειδοποίησαν  24  ώρες  πριν. Προλάβαμε  κάπως  να ετοιμαστούμε. Αλλά  τι  το  θέλεις:  όλο  το  βίο  μας  το  αφήσαμε  πίσω. Εκείνη την  εποχή  στην  περιοχή  θέριζε  ο  τύφος.  Το  νοσοκομείο  στο  Σουχούμι  ήταν  γεμάτο.  Με  το  φευγιό  όμως  οι  συγγενείς  τους  πήραν  από κι  και  έτσι  ταξιδέψαμε  άρρωστοι  και  γεροί  στο  ίδιο  τρένο. Στο βαγόνι  μας είχαμε  μερικά   μικρά  παιδιά  και  τα  προσέχαμε  σαν  τα  μάτια  μας. Εγώ  όλη   τη διαδρομή  δεν  άφησα  την  κόρη  μου  από   τα  χέρια  μου παρά  ελάχιστες  φορές. Ο  άντρας μου  πολλές  φορές  δεν  έτρωγε το  φαγητό  του,  το  έδινε σε  μένα για  να  έχω  γάλα για  το  μωρό. Σε άλλα   βαγόνια  πέθαναν  πολλοί  άνθρωποι,  σχεδόν  σε  κάθε  στάση  αφήναμε  νεκρούς.  Μετά  από  15 μέρες  ταξίδι  φτάσαμε στο  Παχτά-Αράλ  και  άρχισαν  η  πείνα  με  την  φτώχεια. Το  1951 γεννήθηκε ο  γιος  μου  και  εκτός  του  ότι  δεν  είχαμε  να  φάμε  δεν  είχαμε  και  τι  να   φορέσουμε.  Από  τσουβάλια  έραβα  στα  παιδιά  μου  ρούχα  και  από  καραβόπανο  τους έφτιαχνα  παπούτσια.  Δουλεύαμε  στο  βαμβάκι  από  την άνοιξη  μέχρι  το  φθινόπωρο. Πριν  δεν  το  ξέραμε  καν.  Όταν  φτάσαμε  σ εκείνο  το τόπο  το  βαμβάκι άνθιζε  και  μας  φάνηκε  πως  είναι  κάποια  ποικιλία   πατάτας. Μέχρι  να έρθω στην  Ελλάδα   το   1993   σ  εκείνο  το  βαμβάκι  δούλευα. Πολύ  δουλειά  και  πολύ  κούραση.  Στην  6-χρονη  πρώτη  κόρη  μου αναγκαζόμουνα  να  αφήσω  τα  άλλα  παιδιά.  Το  μικρότερο  ήταν  6 μηνών. Για  να μαγειρέψω,,  μάζευα  τα ξερά κλαδιά  του  βαμβακιού  και  ότι έμεινε  από  το  καλαμπόκι.  Μέχρι  να καλυτερέψει  η  ζωή μας  χρειάστηκε   να  περάσουν  κάπου  8-10  χρόνια.  Τέτοια  περάσαμε  τότε  εμείς  οι   ρωμαίοι…..





Χρήστος  Κ.  Γεννήθηκε  1921 ( Λευτεροχώρ). Απεβίωσε  2006.
                     ( Η  μαρτυρία καταγράφτηκε  πριν  το  θάνατό  του)


Την ημέρα που  μας εξόριζαν  είχαμε  τη  μάνα μας  άρρωστη  από  τύφο. Νοσηλευόταν  στο  νοσοκομείο  στην  πόλη  και  την  αφήσαμε  εκεί,  χωρίς  να  την αποχαιρετήσουμε. Δεν  την  ξαναείδαμε  ποτέ. Πέθανε μόνη  της,  ανάμεσα  σε  ξένους  ανθρώπους.  Οι  δύο  αδελφές  μου  σε όλο  το ταξίδι κλαίγανε. Και  εγώ με  τον  αδελφό μου κλαίγαμε,  όμως  κρυφά. Το  τι  υποφέραμε   εκείνα  τα  14 μερόνυχτα , δεν λέγετε.  Χώρια  που  πεινούσαμε,  δεν  μπορούσαμε  να  κάνουμε  και την  ανάγκη  μας  όποτε  θέλαμε.  Έπρεπε  να  κάνει  στάση το  τρένο  να μας κατεβάσουν.  Ρισκάραμε,   ανοίξαμε  μια   τρύπα   στο πάτωμα  και  όποιος  πια  δεν  άντεχε   μέχρι   την  στάση, την  χρησιμοποιούσε. Την  κρύβαμε  καλά,  γιατί  αν  μας έπιαναν  θα  μας  τιμωρούσαν. Όταν  φτάσαμε  στο  Καζαχστάν μας  πήραν  στο  κολχόζ  και  δουλεύαμε  όλοι  για  να  μπορούμε  να  επιβιώσουμε. Μετά  από  λίγο  έφτασε  η  είδηση  για  το  θάνατο  της  μητέρας μας.  Η  μικρότερη αδελφή  μας  δεν  μπόρεσε  να  ξεπεράσει  αυτήν  την απώλεια  και  πέθανε  κι  εκείνη.  Η  άλλη  μου  η  αδελφή  παντρεύτηκε και  έμεινε  έγκυος, όμως από  την  δύσκολη  ζωή  δεν  άντεξε  και  πέθανε  πριν  καν  προχωρήσει  η  εγκυμοσύνη  της. Παντρεύτηκα  και εγώ.  Τα  πρώτα  μας  τα  παιδιά  ήταν  δίδυμα.  Η  γυναίκα  μου  αρρώστησε  και  την  πήγαμε  με  το  αγόρι στην  μητέρα της ,  να  τους  φροντίσει εκείνη. Το  κοριτσάκι  το  κρατήσαμε  εμείς   γιατί  δεν  ήθελε  να  θηλάσει  τη  μάνα  της  και  το φρόντιζε  η  γυναίκα  του  αδελφού  μου.  Αγοράζαμε  αγελαδινό  γάλα. Όμως αυτός  που  μας το πούλαγε  το αραίωνε  με  νερό,   έτσι  έχασα  και  την  κόρη μου.  Μας  είχαν  τότε  σε περιορισμό  και  πήγαινα  νύχτα  να  δω  την  γυναίκα  και  τον  γιο μου.  Δεν  τόλμησα  όμως   ποτέ  να  της  πω  για το  χαμό  του  παιδιού  μας. Μόνο πριν  γυρίσει σπίτι  μας, της το  είπε  η  νύφη μου. Ύστερα  και ο  αδελφός  μου  έχασε  τον  γιο  του,  αυτόν  που  γεννήθηκε  στη  εξορία.  Τότε  από  γαστρεντερίτιδα   πέθαναν πολλά  παιδιά. Πέρασε  αρκετός  καιρός  μέχρι  να επουλωθούν  οι  πληγές  μας…..




Ρούδα   Μ.  Γεννηθείσα   19219(  Πούρτς). Απεβίωσε  2012.
                     (  Η  μαρτυρία  καταγράφτηκε  πριν  το  θάνατό  της)


Ήρθαν  να  μας  πάρουν  οι  στρατιώτες  και  πριν  απομακρυνθούμε  από  το  σπίτι  ο  γείτονάς  μας  ο  αρμένης   μπήκε  να  εγκατασταθεί  μέσα. Ο άντρας  μου το  έχτιζε  χρόνια  αυτό  το  σπίτι  και  τώρα  εμείς  φεύγαμε  διωγμένοι  απ  αυτό. Πήραμε  μαζί  μας  ρούχα,  τροφή  και  την  ραπτομηχανή  μου  τη  << Ζίνγκερ>> Και  ύστερα  15 μέρες πείνας,  ανέχειας , ταπείνωσης. Να  μας  κατεβάζουν  από  το  τρένο  και  να  κάνουμε  την  ανάγκη  μας  μπροστά  στους  πατεράδες   μας , τα  αδέλφια  μας,  ξένους  ανθρώπους.  Και  όλο  αυτό  με τη  ψυχή   στο  στόμα, μην  χάσουμε  το τρένο.  Μια  φορά  που  άργησα  ο  στρατιώτης  μ  έσπρωξε   και  έπεσα  στις  γραμμές..  Τόσο  μου  κακοφάνηκε  που  πήρα  στη  χούφτα  μου  λίγο  ξερό  χώμα  και   πέταξα  κατά  πάνω  του. Αντί  για  μένα,  που  είχα  παιδί  της  αγκαλιάς,  τιμώρησαν  τον  άντρα μου:  κλείστηκε  στην  απομόνωση   για   24  ώρες. Φτάσαμε  στο Παχτά-Αράλ.  Όταν  μας  ρώτησαν  που  θέλουμε  να  πάμε,  ζητήσαμε  το  σοβχόζ.  Εκεί  οι  άντρες  μας  δούλεψαν  στην  οικοδομή,  παίρνανε  μεροκάματο. Ζούσαμε  σ  ένα  κτήριο  σε   σχήμα  <Π>,  παράγκα  το  λέγανε. Σε  κάθε  οικογένεια  ένα  δωμάτιο  με  χωμάτινο πάτωμα.  Από  την  Απχαζία  φέραμε  τρία  παιδιά:  δύο  γιους  και  την  κόρη  μας. Στην  εξορία  τα  δύο  πρώτα  κοριτσάκια  που  γέννησα,  πέθαναν  μικρά.. Πεινούσα  και  δεν  είχα  αρκετό  γάλα να  τα  θηλάσω,  ήταν  συνέχεια   άρρωστα,  πόσο  θα  αντέχανε. Τα  μεγαλύτερα  όλο  μας  ζήταγαν  να  φάνε ,  τα ξεγελάγαμε  με  όποιο  τρόπο  μπορούσαμε.  Μια  μέρα  ο άντρας  μου  βρήκε  μέσα  στη  σκόνη  ένα  κουλουράκι. Το έφερε  σπίτι,  το  καθάρισε  και  το  μοίρασε  στα  τρία,  για  τα  παιδιά. Με το  ένα  τσουβάλι  αλεύρι  που  μας  έδωσαν  περάσαμε  ένα μήνα.   Μας  έδωσαν  και  ένα  κομμάτι  γης,  προλάβαμε  να  φυτέψουμε   κάτι  της.  Αργότερα  πουλήσαμε  ότι  χρυσαφικά   είχαμε,  δούλεψα  κι   εγώ  στα  βαμβάκια  και  πήραμε   αγελάδα.  Δεν  ζήσαμε ποτέ  πλούσια,  όμως  δεν μας  λείψανε   τουλάχιστον  τα απαραίτητα.










Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου